.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ EΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟ

 

 

 

«Οσοι από εσάς έχουν σκοτώσει κομμουνιστήν, ημπορούν να έλθουν να μεταλάβουν ελευθέρως. Είναι συγχωρεμένοι».

«Μακρόνησος. Κάπου στα 1948. Ξαφνικά ακούγεται μια φωνή:

– Ποιος από σας είναι ο κουρέας;

– Eγώ.

– Να πας αμέσως στο διοικητήριο να ξυρίσεις τον παπά.

Μετά από λίγο πάλι η ίδια στιχομυθία. Νομίζεις πως σου κάνει κάποιος καψώνι για να παίξει και να γελάσει μαζί σου. Σε ξαναφώναξε ο παπάς να πας στο διοικητήριο για να τον ξυρίσεις. Είναι πολύ τσαντισμένος, γιατί σε ξαναφώναξε και λέει πως κάνεις το κορόιδο.

Δεν μπορεί, σκέφτεσαι, πλάκα θα σου κάνουν και θα είναι όλοι συνεννοημένοι. Δεν περνάει λίγη ώρα και ξαφνικά έξω απ’ τη σκηνή σου γίνεται πανδαιμόνιο.

– Να η σκηνή του κουρέα, φωνάζει κάποιος.

Τη στιγμή εκείνη δίνει μια σπρωξιά και τραντάζει τη σκηνή ένας παπάς. Ο παπάς του τάγματος, έτοιμος να τα διαλύσει όλα.

– Γιατί ρε, γ… το σταυρό σου, γ… την Παναγία σου, δεν έρχεσαι να με ξυρίσεις; Δυο φορές έστειλα να σε φωνάξουν και μου κάνεις την κορόιδα. Γιατί, ρε κόπανε;

Φαίνεσαι χαμένος, σαν να βρίσκεσαι σε άλλο κόσμο. Νόμιζα πως μου κάνουν πλάκα και με δουλεύουν. Ελεγαν πως πρέπει να πάω να ξουρίσω τον παπά και δεν τους πήρα στα σοβαρά.

Ποιος όμως ήταν εκείνος ο παπάς που έκανε τον σαματά ψάχνοντας τον κουρέα για να του “πάρει” τις παραπανίσιες τρίχες από τον λαιμό. Ηταν ο “ιεροκήρυξ Κυκλάδων”, αρχιμανδρίτης και αργότερα δεσπότης, “Αγιος Πρεβέζης”».

Η μαρτυρία του Γιάννη Παπανικολάου για τον παπά της Μακρονήσου, που υπάρχει στο βιβλίο του Λεύτερη Ραυτόπουλου «Το μήκος της νύχτας 48-50», είναι πλήρως κατατοπιστική.

Αντιγράφουμε:

«[…] Μετά τα φοβερά γεγονότα του Φλεβάρη του 1948 εντάσσεται το πιο κάτω περιστατικό. Το Γενικό Επιτελείο έστειλε εκεί –όπως είναι γνωστό– τον Μπαϊτακτάρη ενίσχυση με το περιπολικό και από ξηρά και θάλασσα ρίξανε στο ψαχνό στις 7.000 του τρίτου τάγματος, όπως ονόμαζαν τους στρατιώτες που είχαν υπηρετήσει στον ΕΛΑΣ.

Το μακελειό με τους εκατοντάδες νεκρούς, τραυματίες, τρελούς και τσακισμένους με τις σχοινόριζες είχε τελειώσει. Συνεχίζονταν τώρα εντατικά η καταπίεση και η ταπείνωση.

Οι αλφαμίτες, το Αλφα δύο και ο Στυλιανός Κορνάρος σαν εκπρόσωπος της Εκκλησίας είχαν αναλάβει το έργο της εξυγίανσης του τάγματος. Βασανισμοί και κηρύγματα του παπά στις καθημερινές συγκεντρώσεις διαφώτισης.

Μεγάλη βδομάδα. Από το βήμα ο Κορνάρος καλεί τους αμαρτωλούς να μετανοήσουν, να προσευχηθούν και να ακούσουν “για το καλό τους” τους Αλφαμίτες. Φυσικά μια και ήταν μεγάλη βδομάδα, τους καλούσε να παρουσιαστούν σε κείνον για εξομολόγηση και μεταλαβιά. Ηξεραν οι κρατούμενοι τις προεκτάσεις και τις συνέπειες απ’ αυτές τις εξομολογήσεις που ζητούσε ο Στυλιανός γι’ αυτό δεν πλησίαζαν κατά την έδρα του. Ομως υπήρχαν και αδύνατοι άνθρωποι.

Ενας τέτοιος –δε γράφω τ’ όνομά του για να μην τον πληγώσω αν είναι στη ζωή– θέλει να εκτελέσει τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Αποφάσισε κι εξομολογήθηκε. Αλλά κάτω από τις επίμονες ερωτήσεις του σημερινού δεσπότη της Πρέβεζας, υποχρεώθηκε να δώσει με ειλικρίνεια τα ονόματα των οργανωμένων στο χωριό του, αλλά και όσα ήξερε μέσα στο τάγμα.

Ο Στυλιανός μετά τη θρησκευτική ανάκριση κατέθεσε την έκθεση της “εξομολόγησης” στο Α2. Αυτή ήταν και η επίσημη δουλειά του (δηλ. χαφιεδισμός), γι’ αυτό έπαιρνε το μισθό του.

Το Α2 κάλεσε τον εξομολογηθέντα και να πει όλη την αλήθεια –την θεωρούσαν λειψή την εξομολόγηση– με το καλό. Τον βασάνισαν φριχτά, ενώ πάνω στο μαρτύριο ο Κορνάρος με το Ευαγγέλιο στο χέρι διέκοπτε λέγοντας σαρκαστικά: –Τέκνον μου, μην κρύβεις τίποτα, πέστα όλα να ξαλαφρώσει η ψυχή σου. Πέστα και θα προσευχηθώ στον Κύριο για σένα.

Τούτο το έργο συνεχίζονταν με όσους βασανίζονταν. Εκεί, παρών με το πετραχήλι, το Ευαγγέλιο, και το πιστόλι στη μέση ο αρχιβασανιστής παπάς, ο σημερινός συνοδικός, ο “άγιος” Στυλιανός Πρεβέζης».

Στο «αποχαιρετιστήριο» γράμμα του τον Σεπτέμβριο του 1948, όπως δημοσιεύτηκε λίγο αργότερα στο περιοδικό «Σκαπανεύς» (αριθ. 10, 1.10.1948), ως «Ιεροκήρυξ Κυκλάδων…» γράφει:

«Με βαθείαν συγκίνησην αναχωρών από το Εκπαιδευτικόν Εθνικόν Σχολείον Μακρονήσου, ένθα επί επτάμηνον υπηρέτησα ως Στρατιωτικός Ιερεύς, απευθύνω εις πάντας τους τε αξιοτίμους κ.κ. Διοικητάς και αξιωματικούς και αγαπητούς στρατιώτας όλων των μονάδων εγκάρδιον Χριστιανικόν και Εθνικόν χαιρετισμόν. Καθ’ όλον το διάστημα της ενταύθα διακονίας μου έζησα στιγμάς όχι μόνον θρησκευτικής συγκινήσεως, αλλά και Εθνικής εξάρσεως από το συντελούμενον μεγαλειώδες Εθνικόν Εργον.

Επαξίως η ιστορία της ενδόξου Πατρίδας μας θα χαράξει χρυσάς σελίδας τιμής και ευγνωμοσύνης διά τον μεγαλόπνοον Υπουργόν των Στρατιωτικών κ. Γ. Στράτον, και τον υπέροχον Διευθυντήν της ΒΧΙ αξιότιμον κ. Μπαϊρακτάρην διότι υπήρξαν οι εμπνευσταί, δημιουργοί και εμψυχωταί της νέας αυτής κολυμβήθρας του Σιλωάμ, ένθα χιλιάδες Ελληνόπουλα ανεβαπτίθησαν εις τα ρείθρα των Εθνικών και Χριστιανικών αξιών.

Εναυλος διά βίου θα είναι ώς τα ώτα της ψυχής μου η ειλικρινής ομολογία χιλιάδων ανανηψάντων και εξομολογηθέντων ότι ευγνωμονούν την Εθνική αναμορφωτικήν Σχολήν Μακρονήσου».

Ομως τα χριστιανικά παράδοξα δεν τελείωσαν στον ξερότοπο μετά το φευγιό του Κορνάρου.

Αντιγράφουμε από το περιοδικό «Σκαπανεύς» του Ιουλίου 1949: «Ο Σαούλ, ο μεγαλύτερος διώκτης του Χριστιανισμού ανέβλεψε και έγινε ο μεγαλύτερος Απόστολος των Εθνών».

Γιατί όμως αυτή η αναφορά; Tον Δεκέμβριο του 1949 το Γ΄ Τάγμα απέκτησε ένα εκκλησάκι που δεν χωρούσε πολλούς κρατούμενους, αλλά ήταν έστω και έτσι μια παρηγοριά.

Τι όνομα βρήκαν όμως οι αθεόφοβοι για να του δώσουν: «Απόστολος Παύλος». Μια επιλογή δήθεν συμβολική…

Κάποια στιγμή ήρθε ένας άλλος παπάς για να αναλάβει καθήκοντα στη θέση του Κορνάρου.

– Τέκνα μου, την επόμενη Παρασκευήν θα έχωμεν θείαν μετάληψιν. Μπορείτε να μεταλάβετε, αρκεί προηγουμένως να το αναφέρετε στον επιλοχίαν σας διά να σας απαλλάξει από τυχόν άλλην εργασίαν. Εως την ώραν διανομής του συσσιτίου θα είμαι εις τον ναόν και θα σας αναμένω. Βεβαίως προ της μεταλήψεως πρέπει να εξομολογηθείτε, αλλά είστε τόσοι πολλοί που αδυνατώ να σας εξομολογήσω όλους.

Μιλώντας για το Γ΄ Τάγμα Σκαπανέων που εκείνη την εποχή μπορεί να αριθμούσε περισσότερους από δώδεκα χιλιάδες άνδρες, με τις αφίξεις εκείνο το διάστημα να διαδέχονται με αστραπιαία ταχύτητα η μια την άλλη, χάνεται το μέτρημα. Οι φαντάροι άρχισαν να απορούν.

– Θα μεταλάβουμε χωρίς να εξομολογηθούμε ή δε θα μεταλάβουμε καθόλου;

– Aκούστε τέκνα μου. Θα εύρωμεν τρόπο, δε θα εξομολογηθείτε εις εμέ αλλά εις τον εαυτόν του ο καθένας εξ υμών! Μόνοι σας θα πρέπει να αποφασίσετε αν πρέπει να μεταλάβετε ή όχι.

Η απορία παραμένει ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των φαντάρων που δεν ξέρουν με ποιον πραγματικά έχουν να κάνουν.

– Πώς θα κρίνουμε εμείς μόνοι μας; Μπορούμε να λάβομε μια τόσο σοβαρή απόφαση αναρωτιούνται μεταξύ τους.

– Βεβαίως και μπορείτε. Είναι παρά πολύ απλό. Πιθανόν δε γνωρίζω πόσοι εξ υμών να έχετε κάνει παράβαση της ογδόης εντολής, «ου φονεύσεις», δηλαδή εάν έχετε διαπράξει κάποιο φόνον, κάποιο έγκλημα.

Η απορία συνεχίζει να παραμένει ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των φαντάρων που δεν ξέρουν πραγματικά με ποιον έχουν να κάνουν.

– Σε αυτή την περίπτωση, μπορούμε να μεταλάβουμε ή όχι;

– Eίναι πολύ απλό μη μας στεναχωρεί. Οσοι από εσάς έχουν σκοτώσει κομμουνιστήν, ημπορούν βεβαίως να έλθουν να μεταλάβουν ελευθέρως, είναι συχωρεμένοι. Οσοι όμως έχουν σκοτώσει εθνικόφρονα, αυτοί όχι. Δεν έχουν δικαίωμα να μεταλάβουν. Είναι αμαρτωλοί, παραβάται της ογδόης εντολής.

Οι στρατιώτες παρέμειναν άφωνοι και απορημένοι, χωρίς πραγματικά να ξέρουν με ποιον έχουν να κάνουν…

Παναγιώτης Ελης

Ηταν παράδειγμα για τους άλλους αγωνιστές

Κατράκης, Καρούσος, Ιμβριώτης, Λουντέμης, Φωτιάδης, Παπαπερικλής, Μακρόνησος 1949 (ΑΣΚΙ, Ν. Μάργαρης) Κατράκης, Καρούσος, Ιμβριώτης, Λουντέμης, Φωτιάδης, Παπαπερικλής, Μακρόνησος 1949 (ΑΣΚΙ, Ν. Μάργαρης) |

Η Πιπίνα Ελή (αδελφή του Παναγιώτη Ελή, Μακρονησιώτη που δολοφονήθηκε τη νύχτα της 21ης Απριλίου στον Ιππόδρομο) λέει:

«Ο Παναγιώτης Ελής πήγε στρατιώτης τον Απρίλιο του 1944 στις μεταβιβάσεις στο Μεσολόγγι και μετά από λίγο καιρό καταδικάστηκε μετά από σύντομη δίκη σε θάνατο για δήθεν αποστολή και απόδραση φαντάρων με προορισμό το βουνό και τους αντάρτες.

Η ποινή του δεν εκτελέστηκε και μετατράπηκε σε φυλάκιση. Κρατήθηκε σε ένα μικρό ανήλιαγο μπουντρούμι για δύο μήνες και αμέσως μετά μεταφέρθηκε στη Μακρόνησο στο 2ο τάγμα όπου και τον είχαν σε αυστηρή απομόνωση. Ηταν κάπου στη χαράδρα με μόνη “παρέα” ένα δέντρο στο οποίο ανέβαινε όποτε έπιανε βροχή για να σωθεί και να προφυλαχθεί από τα ορμητικά νερά.

Πέρασε κάθε είδους βασανιστήρια με στόχο να του αποσπάσουνε δήλωση μετάνοιας και τη γνωστή υπογραφή. Αυτός όμως από όσα είχαμε κατά καιρούς συζητήσει ήταναποφασισμένος να μην κάνει με τίποτα δήλωση. 

Τους έβγαζαν κάθε μέρα έξω και τουςαπειλούσαν με τα πάντα. Τους έκαναν εικονικές εκτελέσεις για να τους σπάσουν το ηθικό και να τους πάρουν την πολυπόθητη δήλωση.

Μια μέρα ένας συγκρατούμενός του στη “χαράδρα” o Χρήστος Ιακωβίδης, άρχισε να φωνάζει: “Ζήτω ο Ελλής, θέλω να γίνω σαν κι αυτόν”.

Toν πήραν αμέσως και άρχισαν να τον ξυλοκοπούν μέχρι θανάτου και όπως μου είχε πει ο Παναγιώτης το πόδι του έβγαζε για μια εβδομάδα αίμα.

Ο Παναγιώτης, μετά τη Μακρόνησο μεταφέρθηκε στον Αϊ-Στράτη για “φιλοξενία”, με ένα μικρό ενδιάμεσο διάλειμμα περίπου δύο μηνών όταν είχε βγει με άδεια και ερχόμενος στην Κομοτηνή για κάποια κομματική δουλειά συνελήφθη την ίδια μέρα.

Στη Μακρόνησο, βοηθούσε όποιον και όπως μπορούσε κάνοντας το καθετί για να τον ξαλαφρώσει από τα απάνθρωπα βασανιστήρια.

Εκεί, το 1948 προς το τέλος, αρχές του 1949, εάν θυμάμαι καλά το χρονικό διάστημα, έγινε πολύ καλός φίλος με τον φοιτητή της Ιατρικής και μετέπειτα γνωστό πνευμονολόγο Αδωνι Τριανταφύλλη.

Ο Αδωνις είχε περάσει φρικτά βασανιστήρια στη Μακρόνησο για τους γνωστούς πολιτικούς λόγους όπως και όλοι που πήγαν στη Μακρόνησο, αλλά και για το γεγονός του ότι ήταν πρώτος ξάδερφος της Λένας Τριανταφύλλη ιδιαιτέρας γραμματέως του Κωνσταντίνου Καραμανλή, με την οποία δε μίλησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Μάλλον δεν μπορούσαν να του το συγχωρέσουν, δεν εξηγείται αλλιώς το τόσο μεγάλο μίσος εναντίον του.

Τον είχαν πραγματικά σακατέψει και ο Παναγιώτης έκανε ό,τι μπορούσε για να τον προστατέψει και να τον βοηθήσει.

Τον έσωσε μια φορά μετά από έναν άγριο ξυλοδαρμό μεταφέροντάς τον σε μια σκηνή όπου υπήρχαν γιατροί και κάποια ελάχιστα φάρμακα για να μπορέσουν να του επουλώσουν τα τραύματά του και τις πληγές που είχε σε όλο του το σώμα.

Του έπαιρνε πολλές φορές το βαρύ ντενεκέ με τις πέτρες που του έδιναν να κουβαλήσει μέχρι την κορυφή του βουνού με γρήγορα βήματα και τον αντικαθιστούσε με τον δικό του που ήταν ελαφρύτερος.

Αμέσως μετά, κυρίως ο Καραφώτης ορμούσε επάνω του σαν να ήταν “τυφλός” και δεν υπολόγιζε τίποτα θέλοντας να τον σακατέψει.

Τη νύχτα που ξέσπασε η δικτατορία, αν και ήμαστε κάπως έτοιμοι για το τι έρχεται, ίσως δεν το είχαμε υπολογίσει σωστά αναφορικά με τον χρόνο εκδήλωσης, ήρθε ένας φίλος και μας χτύπησε το κουδούνι κατά τις τρεις τα ξημερώματα για να μας προειδοποιήσει για τα γεγονότα.

Τον Παναγιώτη τον συνέλαβαν και τον πήγαν στον Ιππόδρομο, όπου το βράδυ εκείνο είχαν πάει πολύ κόσμο και αν θυμάμαι καλά και κάποιους επώνυμους.

Η δολοφονία του από τον ίλαρχο Κωνσταντίνο Κότσαρη υπεύθυνο για τη φύλαξη των κρατουμένων εκείνη τη μοιραία νύχτα δεν νομίζω πως ήταν σε καμία περίπτωση τυχαία. Φοβόντουσαν πως αν τον ξαναστείλουν φυλακή και εξορία θα κάνει ξανά τα ίδια, βοηθώντας τον κόσμο που θα ήταν δίπλα του, τους συνεξόριστους, τους φίλους και τουςσυντρόφους του.

Για να καταλάβετε, θα σας πω το εξής τρομερό γεγονός: Ηθελα να κάνω ένα μικρό μνημόσυνο σαράντα μέρες μετά τον θάνατο του και καμία εκκλησία δεν μας δέχτηκε.

Με πολύ ζόρι και κόπο βρέθηκε ένας παπάς στην εκκλησία του Αγίου Παύλου στον Κολωνό, που μάλιστα έφτιαξε μόνος του τα κόλλυβα.

Απέναντι, υπήρχε ένα μικρό καφενείο το οποίο υπάρχει ακόμη και σήμερα, το οποίο τότε το είχε ένας φίλος του αδερφού μου ο Μάνθος και προθυμοποιήθηκε να κεράσει τον κόσμο καφέ.

Ομως ο κόσμος που είχε έρθει στο μνημόσυνο δεν ήθελε και φοβόταν να βγει από την εκκλησία γιατί γύρω ήταν γεμάτο τανκς και ασφαλίτες. Τα συμπεράσματα δικά σας».

 

 

Σχόλια - Facebook Comments