.

"20 ΜΕΡΕΣ ΧΙΟΝΙ" : ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΟΥΡΒΑΝΗ

Με αφορμή της χθεσινής ρίψης του Σταυρού από τη Βυζαντινή Γέφυρα, στην περιοχή Κιουπρί και τον καθαγιασμό των υδάτων που έφερε Θεία Φώτιση στο νου μας σαν το λευκό χιόνι που καλύπτει και αναγεννά τα πάντα στη φύση, συμβάλλοντας θετικά στον τρόπο σκέψης μας, παρουσιάζω σήμερα ένα όμορφο απόσπασμα για το χιόνι που ακόμη δεν είδαμε στην πόλη μας για τα καλά, όπως το ζούσαν τον περασμένο αιώνα, για τις αλύτρωτες ψυχές μιας γειτονιάς και μιας πολιτείας, που ζει ακόμη μέσα μου. Απολαύστε το...!!!

Από το ανέκδοτο μυθιστόρημά μου με τίτλο "Λίνα", κατοχυρωμένο με το νόμο πνευματικών δικαιωμάτων, που αναφέρεται στη ζωή και στη δράση της διασημότερης πόρνης που έζησε στην Έδεσσα.

Είκοσι μέρες χιόνι

Αρχές Δεκεμβρίου του εξήντα τέσσερα στην πολιτεία και ο ουρανός φορούσε το παγωμένο του πάπλωμα. Όπου κι’ αν γύριζε κανείς το βλέμμα, ετούτο κόλλαγε σαν μαγνήτης στις γκρίζες ανοιχτόχρωμες πινελιές του ορίζοντα. Χώμα δεν έπιανε το μάτι κανενός. Το χιόνι που έπεσε από βραδύς ήτανε τόσο, που τρόμαζαν ακόμη και τα ψαρόνια επάνω στα λοτόδεντρα. Κανένα ζωντανό δεν κυκλοφορούσε. Οι δημοτικοί υπάλληλοι πιάσανε δουλειά από νωρίς. Με φτυάρια, κασμάδες και καρότσια, ξεσπίτωναν αργά-αργά από τους δρόμους τον κάτασπρο γίγαντα, που είχε απλώσει τις αρίδες του, στη μελαγχολική χειμωνιάτικη Έδεσσα.
- Αποστόλη…ηηηη!!! Αποστόλη…ηηηη!!!
- Ακούω κυρά Πολυξένη, απάντησε ο Αποστόλης ο γαλατάς από το παράθυρο του σπιτιού του, που ήταν απέναντι από το σπίτι της ράφτρας, της κυρά Πολυξένης.
- Τι με κοιτάς βρε Αποστόλη; Γάλα δεν θα μας ποτίσεις σήμερις;
- Με τέτοιο χιόνι κυρά Πολυξένη και μου θες και γαλατάκι; Τις ρωτάς τις καημένες τις γελάδες αν είναι καλά και αν κατεβάσαν’ σήμερα με αυτό το ψοφόκρυο και το χιόνι;
- Αυτό δεν είναι χιόνι βρε. Τα σύννεφα είναι που κατεβήκανε τσάρκα στις πλατείες, είπε η Πουλχερία ανοίγοντας το παράθυρο…
- Με το συμπάθιο κυρά Πουλχερία αλλά σε βάρεσε το χιόνι κατακούτελα…
- Aποστόλη…Άσε γρήγορα τις εξυπνάδες και έβγα να μας μοιράσεις το γάλα, μη σε πάρει ο διάολος, είπε η Λίνα ενώ κατέβαινε τα χιονισμένα σκαλοπάτια του οίκου της, φορώντας ένα χονδρό σάλι και την κλασσική της σερβέτα.
- Δεν μπορώ κυρά Λίνα…Κρυώνω!
- Κυρά βρε να πεις τη μάνα σου…Κρυουλιάρη ε κρυουλιάρη.
- Αποστόλη…ηηηη!!! Μάτια μου…Θα μ’ αφήσεις απότιστη σήμερα; Του είπε η Δόμνα, μια από τις ομορφότερες κοκόνες της Λίνας και ο γαλατάς προσγειώθηκε σαν πύραυλος εμπρός της…
- Σιγά βρε σκερβελέ…πανάθεμά σε…θα με κάμεις το σκαλοπάτι χάλια με τη λασπουριά που μου κουβαλάς…του είπε η Λίνα. Άιντε μέσα μωρή παστρικιά. Θα το τρελάνεις το παιδί, δεν τον βλέπεις πως γλάρωσε…Βλέπω Αποστόλη μου ήρθες αμέσως. Που ‘ναι το γάλα βρε;
- Έεεεε, το ξέχασα, να με συμπαθάς κοκόνα μου…
- Σε συμπαθάω βρε κι’ ας με φωνάζεις “κοκόνα μου”. Η μάνα μου πριν φύγει από τούτη τη ζωή μου ‘μαθε ένα πράμα. Ποτέ να μη κακοκαρδίζω παλαβό άνθρωπο.
Με την κουβέντα είχε περάσει για τα καλά η ώρα. Καμιά πλέον δεν νοιάζονταν για το πρωινό ρόφημα. Όλες, είχαν έγνοιες γι’ αλλού. Η Λίνα αφού ξεπροβόδισε τον Αποστόλη μπήκε στο σπίτι και είπε στα κορίτσια της.
- Ο χειμώνας προβλέπετε βαρύς…
- Πόσο βαρύς; Εκατό κιλά για παραπάνω; Την ρώτησε η Μήνα.
- Τα πράγματα θα δυσκολέψουν, με τόσο χιόνι έξω. Ποιος θα ‘ρθει για βίζιτα; Άντε να ‘ρθει το πολύ-πολύ κάνας βαρεμένος…
Οι ώρες και οι μέρες πέρναγαν στο σπίτι της Λίνας και ψυχή δεν πέρναγε το κατώφλι της. Είδε κι’ απόειδε η Λίνα και στρώθηκε στο γράψιμο. Ήταν μια φούντωση της στιγμής που την έσπρωξε να αρχίσει τη συγγραφή ένα βράδυ, κάτω από το αμυδρό φως.
- Κυρά, κυρά…είσαι καλά; Την ρώταγαν τα κορίτσια της που από την αγωνία τους κόντευαν να σκάσουν. Έντεκα ώρες έκανε να ανοίξει την πόρτα του δωματίου της.
- Τι τρέχει βρε ξεμυαλισμένες; Γιατί βροντάτε την θύρα μου;
- Είσαι καλά κυρά; Ανησυχήσαμε, είπε η Ασπασία.
- Προς τι η ανησυχία. Τελειώνω το δεύτερο μέρος…
- Ποιανού καλέ κυρά; Ξαναρώτησαν τα κορίτσια…
- Γράφω γραφιμόχρονο…είπε η Λίνα με ύφος συγγραφέα.
- Μήπως θες να πεις χρονογράφημα; Την ρώτησε η Λουκία.
- Απ’ αυτό. Τι να ‘καμνα. Σκοτίστηκα. Έξω το χιόνι στο ενάμισι μέτρο, μέσα εμείς σαν τις ελεύθερες πολιορκημένες…αμάν πια. Χωρίς αγκαλιά ανδρός, θα ‘σκαγα η δόλια. Έτσι το ‘ριξα στις πένες…Μα με τέλειωσε το μελανόχρωμα…
- Μα κυρά πως γράφεις; Δεν είσαι αγράμματη; Την ρώτησε η Ασπασία.
- Μα όταν λέω πως γράφω, δεν το εννοώ κιόλας. Ζωγραφίζω.
- Τι ζωγραφίζεις κυρά; Την ρώτησαν τα κορίτσια με μια φωνή.
- Διάφορα. Άντρες με χονδρές κοιλιές, άνδρες λιγνούς, άνδρες καθηγητάδες, άνδρες μπακάληδες, άνδρες μπαρμπέρηδες, αγοράκια…
- Αγοράκια; Φώναξαν όλες με μια φωνή.
- Ναι μωρέ αλαφροΐσκιωτες, αγοράκια. Σαν μεγαλώσουν του λόγου τους, άνδρες δεν θα γενούνε;
Ήταν όμως άλλη η αλήθεια. Η Λίνα μήτε που ήξερε πως πιάνουν τον κονδυλοφόρο στο χέρι. Και το τι αποκαλούσε ο λαός “χρονογράφημα”, μήτε που το χώραγε ο νους της. Από το παραθύρι της έμπαζε κάθε που κλείνονταν στην κάμαρή της τον Αρτέμη τον δάσκαλο. Ένα ολόκληρο πενηντάρικο του ‘δινε κάθε βράδυ. Και τον έβαζε κι’ έγραφε τις πίκρες και τις στενοχώριες της, στο χαρτί.
- Εκείνη η Τάνκα μπρε Αρτέμη, πολύ ζεβζέκα είναι μάτια μου. Γράφ’ το.
- Το ‘γραψα.
- Εκείνη η Λεμονιά μπρε μάτια μου, πολύ ψηλά με σηκώνει τον αμανέ. Γράφ’ το.
- Το ‘γραψα.
- Εκείνος ο Ισίδωρος μπρε τζιέρι μου, πολύ τον δύσκολο άνδρα με κάμει. Ούτε με λεφτά, αλλά ούτε και τζάμπα έρχεται. Είναι όμως ένας άντρακλας…
- Αχ, ναι! Είπε ο Αρτέμης με βλέμμα απλανές.
- Τι αχ ήταν τούτο δάσκαλε; Τον ρώτησε με πονηριά η Λίνα.
- Το ‘γραψα μαντάμ, είπε ο Αρτέμης προσπαθώντας να αλλάξει την κουβέντα…
- Δάσκαλε συγκεντρώσου…Παραφέρθηκες, για με φαίνεται;
- Σε φαίνεται, σε φαίνεται, είπε ο Αρτέμης και γλίτωσε τη ρετσινιά.
Με δύο λόγια ο δάσκαλος, αυτή τη δουλειά έκαμνε κάθε βράδυ στην κάμαρα της Λίνας. Άπλωνε με τον κονδυλοφόρο του στο χαρτί, τα βάσανα και τις πίκρες της. Όλες εκεί τις κρατούσε η αθεόφοβη. Στο χέρι τους είχε όλους.
Το χιόνι παρέμενε στην πολιτεία εδώ και δώδεκα μέρες. Καθώς είχε γίνει πάγος στο μεγαλύτερο μέρος του, θύμιζε κατά πολύ τα γραφόμενα του δασκαλάκου. Πάγωναν κι’ αυτά στο χαρτί και τα ξέχναγαν όσες τα ‘λεγαν κι’ όσοι τα ‘γραφαν. Μια μέρα όμως μια γειτόνισσα της Λίνας βγήκε στην εξώπορτά της και της φώναξε με καμάρι.
- Λίνα μου…Που είσαι παινεμένη μου;
- Άαααα, τώρα μου είσαι όλο γλύκες, φαρμακόγλωσσα. Ξέχασες του λόγου σου, το τι μου ‘σουρες στο μανάβικο, πριν από πέντε ημέρες. Και τι δεν με είπες μωρή. Τι παστρικιά με είπες, τι μπουζουνάτη, τι αντροπλανεύτρα, τι εξ’ όλης, τι φαρμακο…Άιντε να μη το πω, να μη το πω το τελευταίο γιατί σε σιχάθηκα μωρή ξιπασμένη…
- Εγώ Λίνα μου, σου ‘πα τέτοια λόγια; Φωτιά να πέσει να με κάψει.
- Νάτη η φωτιά μωρή. Έπεσε πάνω σου, είπε η Λίνα και της πέταξε στα μούτρα τις σελίδες με τα όσα είχε γράψει ο δάσκαλος για τον καυγά τους, στο μανάβικο. Μπορεί το χιόνι που είχε πέσει στην πολιτεία να έμεινε για είκοσι μέρες, στην καρδιά της Λίνας όμως, είχε μείνει ένα παράπονο σαν λάβα, που της έκαιγε τα σωθικά. Τόσα καλά είχε κάνει, μα υπήρχαν ακόμη γειτόνισσες που την κακοκάρδιζαν.

 

Κατηγορία: 

Σχόλια - Facebook Comments